Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Eργασίες και Βίντεο απο το πρόγραμμα ''Προιστορικοι οικισμοι'' της ομάδας 3


1. Εισαγωγή 

Η εποχή του Χαλκού διαρκεί περίπου δύο χιλιετίες (3300/3100-1100/1000 π.Χ) και διαιρείται σε τρεις περιόδους: την Πρώιμη (3300-2000 π.Χ), την Μέση (2000-1600 π.Χ.) και την Ύστερη (1600-1100 π.Χ).Επίσης διακρίνεται σε Πρωτοελλαδική, Πρωτοκυκλαδική, Πρωτομινωική εποχή κλπ.

2. Οργάνωση του χώρου των οικισμών 

Ηπειρωτική Ελλάδα
Η πληθυσμιακή αύξηση, κατά την Πρώιμη εποχή του Χαλκού, ιδιαίτερα στη νότια Ελλάδα, έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του αριθμού των οικισμών, σε σχέση με τη προηγούμενη περίοδο. Οι οικισμοί κτίζονται σε λόφους, οι οποίοι βρίσκονται κυρίως σε παράκτιες ζώνες. Οι επίπεδες εύφορες πεδιάδες, παραθαλάσσιες και μη, ευνοούν επίσης την ανάπτυξη πολυάνθρωπων οικισμών.

Η αρχιτεκτονική μορφή των οικισμών ποικίλλει και επιτρέπει την αναγνώριση κάποιων πρώιμων πολεοδομικών συστημάτων. Πολλοί παρουσιάζουν πυκνή δόμηση κτισμάτων , τα οποία διαχωρίζονται μεταξύ τους με δρόμους και στενά μονοπάτια . Σπανιότερα, τα κτήρια παρατάσσονται στις πλευρές ενός κεντρικού δρόμου, που διασχίζει τον οικισμό σε όλο σχεδόν το μήκος του
Νησιά του Αιγαίου
Κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία αναπτύσσονται στις παράκτιες ζώνες των μεγάλων νησιών του βόρειου και ανατολικού Αιγαίου πολυάνθρωποι, οχυρωμένοι οικισμοί με σαφή πολεοδομική διάταξη, κοινοτικά κτίσματα και άλλα κοινωφελή έργα. Στα τέλη της πρωτοκυκλαδικής περιόδου εγκαταλείπεται το οικιστικό σχήμα των πολλών, μικρών, διάσπαρτων οικισμών και οι κάτοικοι των νησιών συγκεντρώνονται σε έναν ή δύο μεγαλύτερους και καλύτερα οργανωμένους οικισμούς.

 ΘΕΡΜΗ

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο προϊστορικός; οικισμός της Θερμής , που βρίσκεται στην ανατολική ακτή της Λέσβου 12 χλμ μακριά από την απέναντι ακτή της Μικράς Ασϊας. Η επαφή αυτή θα την καθιστούσε το σημαντικότερο λιμάνι του νησιού. Η πεδιάδα της Θερμής είναι από τις πλέον εύφορες περιοχές του νησιού. Ο οικισμός διακρίνεται σε 5 οικοδομικές φάσεις.
Στην πρώτη  οικοδομική φάση ο οικισμός αναπτύσσεται γύρω από την κεντρική κτιριακή μονάδα. Την τυπική κτιριακή μονάδα αποτελεί το ορθογώνιο στενόμακρο κτίσμα, χωρισμένο σε κυρίως θάλαμο και κλειστό προθάλαμο, κατασκευασμένο από ηφαιστειακό λίθο. Οι οικιστικές αυτές μονάδες είναι όμοιες ως προς το σχήμα και το μέγεθος. Σε όλον τον οικισμό συναντάμε εστίες ,εντός των κτιρίων αλλά όχι σε κεντρική θέση και εκτός των κτιρίων, λίθινες πλατφόρμες για αποθήκευση σιτηρών.

Στην δεύτερη αυτή οικοδομική φάση γίνεται ανοικοδόμηση όλων των κτιρίων της πρώτης φάσης. Διατηρείται το περικεντρικό οικοδομικό σύστημα και η σχέση στεγασμένων και ακάλυπτων χώρων παραμένει ίδια, γεγονός που δείχνει ότι ο οικισμός δεν επεκτάθηκε. Οι τοίχοι των σπιτιών της περιφέρειας του οικισμού αποτελούσαν συγχρόνως και το όριο του προς την ενδοχώρα σχηματίζοντας ένα είδος περιβόλου. Σε αυτό ακριβώς το σημείο διαμορφώνεται μια πύλη εισόδου. Απουσιάζουν οι λάκκοι στήριξης πιθαριών πράγμα που δηλώνει περιορισμό αποθήκευσης στον πρωτογενή χώρο. Όμως ξεχωρίζουν μερικές καινούργιες κατασκευές, εντός και εκτός των οικιών και οι θολωτοί φούρνοι.
Η μετάβαση από την δεύτερη φάση στην τρίτη υπήρξε σταδιακή. Μια σημαντική προσθήκη είναι η ανοικοδόμηση ενός περιβόλου πάχους 1-2 μ που περιτρέχει την κεντρική συνοικία  Το πηγάδι στην κεντρική πλατεία του οικισμού πλέον καταργείται. Μπορούμε να διαπιστώσουμε βέβαια μια πυκνότερη δόμηση στην περιφέρεια του οικισμού, έξω από το τείχος. Αυτή η αλλαγή σηματοδοτεί την μείωση του τριτογενούς τομέα και των αποθηκευτικών χώρων και την εισαγωγή των επιχρισμένων λάκκων-βόθρων που θα γίνουν πλέον τυπικοί στην επόμενη φάση. .

Σε αυτή την φάση σημειώνεται η πρώτη μεγάλη αλλαγή στην πολεοδομική διάταξη του οικισμού χρησιμοποιώντας ορθογώνιο σύστημα. Οι λόγοι αντικατάστασης μπορούμε να υποθέσουμε ότι είναι η πληθυσμιακή αύξηση και η σταθερή πολιτική οργάνωση. Οι οικίες διαφοροποιούνται μόνο ως προς την εσωτερική διαρρύθμιση.
 Τώρα η μετατροπή του οικισμού από ανοικτό και ανοχύρωτο σε κλειστό οχυρωμένο.
Οι λάκκοι - βόθροι είναι πλέον κοινή πρακτική. Η χρήση τους όσο και η πολιτιστική τους προέλευση δέχεται πολλές ερμηνείες. Η εμφάνιση των βόθρων ως αποθηκευτικών μέσων ερμηνεύθηκε ως σημάδι δύσκολων καιρών
Η σταδιακή ανάπτυξη του οικισμού σε αυτή τη φάση  γίνεται με την επέκταση του ορθογωνικού συστήματος. Πλέον διακρίνονται καθαρά πολεοδομικά τετράγωνα.  Είναι η πρώτη φορά, στην Πρώιμη εποχή του Χαλκού, στον χώρο του Αιγαίου οπού εμφανίζεται το συγκεκριμένο αρχιτεκτονικό σχέδιο.
Όσον αφορά τα αρχιτεκτονικά στοιχεία και τα αποθηκευτικά μέσα, οι λάκκοι - βόθροι αντικαθίστανται από χτιστές πήλινες λεκάνες οι όποιες βρίσκονται κατά κύριο λόγο στο πίσω μέρος των οικιών.
Σημαντικότατο στοιχείο της φάσης αυτής η οικοδόμηση του ισχυρού τείχους. Η ύπαρξη αυτού του ισχυρού και περίπλοκου αμυντικού συστήματος δείχνει το οικονομικό επίπεδο στο οποίο είχε κατορθώσει να φτάσει η κοινότητα της Θερμής.
Στο τέλος όσον αφορά τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα του οικισμού πρέπει να πούμε κάποια πράγματα όσον αφορά το τέλος της κατοίκησης του εύρωστου αυτού οικονομικά οικισμού. Δεν έχουμε σημάδια καταστροφής οπότε μπορούμε να συμπεράνουμε την οικιοθελή εγκατάλειψή του από τους κατοίκους του.

ΚΕΡΑΜΙΚΗ

  Η κεραμική παραγωγή που εντοπίζεται στην Θερμή  είναι: αποκλειστικά χειροποίητη, κατασκευασμένη από καλής ποιότητα και τοπικής προέλευση πηλό.                                                  Περιλαμβάνει την κεραμική παραγωγή των οικισμών. Τα αγγεία της κατηγορίας αυτής δεν έχουν καλή όπτηση και η απόχρωση των επιφανειών τους είναι μελανή και ερυθρή.
Μία άλλη κατηγορία περιλαμβάνει  μελανά αγγεία με καστανέρυθρες αποχρώσεις  Τα σχήματα παραμένουν ίδια ενώ εισάγεται η φιάλη με κερατοειδή σωληνωτή λαβή. 

Μετάλλινα Αντικείμενα 

Ο οικισμός της Θερμής  λόγω της θέσης του και κατ' επέκταση τις πολιτισμικές επιρροές και τις εμπορικές συναλλαγές με την απέναντι Μικρασιατική Ακτή, έγινε ένα πλούσιο κέντρο. Εξελίχθηκε έτσι σε ένα κέντρο μεταλλοτεχνίας όπως μας δείχνουν τα μετάλλινα αντικείμενα που βρέθηκαν καθώς και από εργαλεία για την κατεργασία του χαλκού.


ΛΟΦΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ


Ένας ακόμη πολύ σημαντικός οικισμός είναι στη Θάσο ο Λόφος του Αγίου Αντωνἰου. Τα κτιριακά κατάλοιπα συγκροτούν σύνολο εννέα κτισμάτων µε ανωδοµή από πλίνθους και πηλοκατασκευές στο εσωτερικό και στις αυλές τους.

Βασικό κίνητρο για την εγκατάσταση του πληθυσμού ήταν οι δυνατότητες άσκησης θαλάσσιου εμπορίου. Η άμεση γειτνίαση των κτιρίων και η χρήση μεσοτοιχίας μαρτυρούν τους ισχυρούς ενδοκοινοτικούς δεσµούς των κατοίκων. Στη δόµηση δύο τουλάχιστον κτιρίων χρησιμοποιείται η τεχνική του «ψαροκόκαλου», πολύ αγαπητή στο Αιγαίο κατά την 3η χιλιετία. Πολλά από τα ευρήµατα προδίδουν τη στενή πολιτιστική και οικονοµική σχέση του Αγίου Αντωνίου µε σύγχρονες νησιωτικές θέσεις του ΒΑ Αιγαίου.

Κεραµική

Η κεραµική διακοσμείται µε εγχάρακτη διακόσμηση της 3ης και της 2ης χιλιετίας π.Χ. Τα κινητά ευρήµατα προδίδουν έντονη νηματουργικἠ  αλλά και μεταλλουργική δραστηριότητα. Στο βόρειο τµήµα του οικισμού εντοπίστηκαν τάφοι που ανήκουν σε νεκροταφείο του 20υ, 30υ και 40υ αιώνα µ.Χ. στην πλειονότητά τους κιβωτιόσχημου. 

ΠΟΛΙΤΙΚΟ-ΤΡΟΥΛΛΙΑ ΚΥΠΡΟΥ


Σε ένα άλλο νησί του Αιγαίου την Κύπρο βρέθηκε ο οικισμός στη θέση Πολιτικό-Τρουλλιά.
Οι οικιστικές μονάδες περιβάλλουν µια κοινόχρηστη εσωτερική αυλή, η οποία διατηρεί πολλά στοιχεία που υποδηλώνουν κτηνοτροφικές ασχολίες, επεξεργασία σιτηρών, μεταλλουργικές δραστηριότητες (επεξεργασία χαλκού) και υψηλού επιπέδου κεραµική τεχνολογία.
Η αρχαιολογική επισκόπηση της γύρω περιοχής έδειξε ότι οι λόφοι που περιβάλλουν τη θέση έχουν τύχει έντονης γεωργικής εκμετάλλευσης για αιώνες, πιθανόν από την εποχή του Χαλκού. Οι αρχαίοι κάτοικοι της περιοχής καλλιεργούσαν σταφύλι και ελιές και βοσκούσαν πρόβατα, αίγες, βοοειδή και χοίρους. Επίσης, κυνηγούσαν µεγάλο  αριθµό ελαφιών και άγριας αίγας.

ΜΙΝΩΙΚΗ ΚΡΗΤΗ
 Οι μινωικές εγκαταστάσεις ήδη από την Πρώιμη Χαλκοκρατία βρίσκονται σε ένα
αρκετά εξελιγμένο στάδιο αστικοποίησης ώστε να χαρακτηρίζονται πόλεις. Αυτή την
εποχή ως περιοχές κατοίκησης επιλέγονταν τοποθεσίες κυρίως σε εύφορες κοιλάδες
και σε πλαγιές βουνών, όπου βρίσκονταν άφθονες πηγές, και θέσεις που ήταν από
γεωγραφική άποψη σημαντικές για τις εξωτερικές σχέσεις του νησιού και το εμπόριο.
 Κατά τη μεσομινωική ΙΙ περίοδο η ίδρυση των ανακτόρων αντιπροσωπεύει μία νέα
μορφή αστικής εγκατάστασης. Τα μινωικά ανάκτορα δέσποζαν στο μέσο εύφορων
πεδιάδων, όπως η Κνωσός, και σε οροπέδια, όπως η Φαιστός. Τα παραθαλάσσια ανάκτορα της Ζάκρου και των Μαλίων δείχνουν τη σημασία της
σχέσης τέτοιων εγκαταστάσεων με τη θάλασσα.
Παράλληλα με τα ανάκτορα λειτουργούσαν και μικρότερες οικισμοι με παρόμοια αρχιτεκτονική διάρθρωση, οι λεγόμενες μινωικές επαύλεις. Οι επαύλεις κτίζονταν σε τοποθεσίες που παρουσίαζαν ανάλογα πλεονεκτήματα με εκείνες των ανακτόρων. Παρόλο που και στις δύο αυτές μορφές εγκατάστασης είχαν προβλεφθεί ειδικά διαμορφωμένοι χώροι για την τέλεση θρησκευτικών τελετών, ιδρύθηκαν μεμονωμένα ιερά κτίσματα σε απομακρυσμένες τοποθεσίες, όπως σε βουνοκορφές ή σε σπήλαια.
Μία σειρά εγκαταστάσεων της υστερομινωικής κυρίως περιόδου, που κτίστηκαν σε
εύφορες περιοχές της ενδοχώρας, χαρακτηρίζονται αγροτικές κατοικίες, όπου σε σχετικά περιορισμένη έκταση συνυπάρχουν χώροι κατοικίας, εργαστηριακές εγκαταστάσεις και ένα τριμερές ιερό.

3. Οικονομία των οικισμών
Ηπειρωτική Ελλάδα
Κύριο χαρακτηριστικό της οικονομίας της Πρώιμης Χαλκοκρατίας είναι η
εντατικοποίηση της χρήσης των μετάλλων για την κατασκευή εργαλείων και όπλων
από ανθεκτικό ορείχαλκο. Η οικονομία της 3ης χιλιετίας π.Χ. βασίζεται
σε τρεις άξονες: στην αγροτική οικονομία, το εμπόριο και τη βιοτεχνία. Η αγροτική οικονομία περιλαμβάνει, εκτός από την καλλιέργεια των γνωστών από τη Νεολιθική εποχή δημητριακών και οσπρίων, και την καλλιέργεια της ελιάς και του αμπελιού. Η αναζήτηση μετάλλων και άλλων πρώτων υλών και η αναγκαιότητα προώθησης ανταλλάξιμων αγροτικών και βιοτεχνικών προϊόντων οδηγεί στην
εντατικοποίηση των εμπορικών επαφών και την ανταλλαγή τεχνολογικών και εν γένει πολιτιστικών εμπειριών, δημιουργώντας δίκτυα ανταλλαγών.
Νησιά του Αιγαίου
Στους νησιωτικούς οικισμούς σημειώνεται μια ανάπτυξη του διαθαλάσσιου εμπορίου, η οποία οφείλεται κυρίως στην αναγκαιότητα εξεύρεσης πρώτων υλών, στην απόκτηση τεχνογνωσίας και στην προώθηση ανταλλάξιμων αγροτικών και
βιοτεχνικών προϊόντων. Η ανάπτυξή του είναι άρρηκτα συνδεμένη με την ανάπτυξη
της ναυσιπλοία; στο Αιγαίο.

Μινωική Κρήτη 

Το διοικητικό σύστημα της ανακτορικής εποχής οδήγησε σε μία νέα μορφή
συγκεντρωτική; οικονομίας, όπου τα προϊόντα συλλέγονταν και διαθέτονταν
αποκλειστικά από τα ανακτορικά κέντρα. Τα αγαθά που διακινούνταν στα ανάκτορα
ήταν κυρίως γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα, ενώ σημαντικό ρόλο έπαιζαν τα
εργαλεία και τα πολυτελή έργα της μινωικής τέχνης. Για τον έλεγχο του εμπορίου
αναπτύχθηκε ένα ασφαλές γραφειοκρατικό σύστημα.
Η αναζήτηση πρώτων υλών για τις ανάγκες της ανακτορικής βιοτεχνίας αποτέλεσε
ένα καθοριστικό έναυσμα για την άσκηση του εμπορίου σε διεθνή κλίμακα και κατά
συνέπεια για την εντατικοποίηση των μεταφορών και της ναυτιλίας. Η εισαγωγή των αναγκαίων πρώτων υλών και η ειρηνική περίοδος που εξασφάλιζε η μινωική θαλασσοκρατία βοήθησαν την ανάπτυξη της τεχνολογίας και την άσκηση των τεχνών σε επίπεδο σημαντικής οικονομική; εκμετάλλευσης. Ανάμεσα στα αποτελέσματα της ακμάζουσας οικονομίας ήταν και η κατασκευή δημόσιων έργων, όπως δρόμοι, γέφυρες και υδραγωγεία.

 4. Κοινωνική οργάνωση των οικισμών
Ηπειρωτική Ελλάδα
Η ύπαρξη "Κτηρίων με διάδρομο", κάνουν σαφή την παρουσία μιας ισχυρής
οικογένειας, που ασκεί πολιτική-διοικητική εξουσία και ελέγχει εν μέρει την
παραγωγή. Η οικογένεια αυτή συντονίζει την κατασκευή κοινοτικών και τη διακίνηση αγαθών  και κατέχει μέρος του κοινοτικού πλούτου.
Τα ταφικά έθιμα της Πρώιμης Χαλκοκρατίας δε διαφέρουν ουσιαστικά από εκείνα
των τελευταίων φάσεων της Νεολιθικής. Περιλαμβάνουν μεμονωμένες ταφές βρεφών και παιδιών μέσα στα όρια του οικισμού, και σε νεκροταφεία, με ταφές κυρίως ενηλίκων, πέρα από τον οικισμό. Τα νεκροταφεία, βρίσκονται σε απόσταση από τον οικισμό και περιλαμβάνουν απλούς ή κτιστούς λάκκους, κιβωτιόσχημους τάφους ή θαλαμοειδείς λαξευμένους στο βράχο.
Τα κτερίσματα των νεκρών εξαρτώνται από το φύλο και την κοινωνική τους θέση και περιλαμβάνουν κεραμική, μαρμάρινα ειδώλια, εργαλεία, αντικείμενα καλλωπισμού και κοσμήματα. Η συνύπαρξη απλών, φτωχά κτερισμένων και πλούσιων, απλών ή οικογενειακών τάφων στα νεκροταφεία αντανακλά την ανομοιόμορφη κατανομή πλούτου και κατ' επέκταση την κοινωνική πολυμορφία των μελών των πρωτοελλαδικών κοινοτήτων.
Νησιά του Αιγαίου
Η κοινωνική σύνθεση των νησιωτικών κοινοτήτων είναι άρρηκτα συνδεμένη με τις
προσφερόμενες σε κάθε νησί δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης, την τεχνολογική εξειδίκευση, τη ναυτιλία και το εμπόριο, τη συσσώρευση πλούτου και τον τρόπο κατανομής του στην κάθε κοινότητα, καθώς και με την ένταση των εξωτερικών πολιτιστικών επιδράσεων στις διάφορες χρονικές περιόδους.
Σεβασμό στην αξία της ανθρώπινης ζωής, πίστη στη μεταθανάτια πορεία του
ανθρώπου, ακόμη και φόβο προς τους νεκρούς αντανακλούν τα ταφικά έθιμα της
εποχής. Οργανωμένα νεκροταφεία κιβωτιόσχημων, κατά την Πρώιμη και τη Μέση,
και λαξευτών θαλαμοειδών τάφων κατά την ύστερη Χαλκοκρατία, ταφικές
τελετουργίες, καθώς και ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και την κοινωνική θέση του
θανόντος κτερίσματα, εκφράζουν τον ψυχισμό και τη σημειολογία των νησιωτών του
Αιγαίου.

Μινωική Κρήτη 

Κατά την Πρωτομινωική περίοδο παρουσιάζονται για πρώτη φορά συλλογικά έργα,
τεχνική εξειδίκευση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων και κοινωνική
διαστρωμάτωση, ως αποτέλεσμα των εξωτερικών εμπορικών σχέσεων και της
επιτυχημένης εκμετάλλευσης πρώτων υλών, πιθανότατα από συγκεκριμένες
κοινωνικές ομάδες. Κατά τη διάρκεια αυτής της εποχής τονώθηκε η κοινωνική
συνείδηση και επιβλήθηκε μια άρχουσα τάξη που οδήγησε στην ίδρυση των
ανακτόρων. Κατά τη Μεσομινωική περίοδο, με την εμφάνιση των ανακτόρων, που
εκτός από ένα ιδιάζον οικιστικό σχήμα ήταν και ο άξονας της κεντρικής διοίκησης, η
μινωική κοινωνία υπόκειται σε ριζικές αλλαγές και εμφανίζεται, σε όλες τις
εκδηλώσεις της, άριστα οργανωμένη και συγκεντρωτική. Η εσωτερική οργάνωση των ανακτορικών κέντρων προϋπέθετε την ύπαρξη σαφώς διαχωρισμένων κοινωνικών τάξεων, που έπαιζαν συγκεκριμένο ρόλο στην ιεραρχία.
Στον τομέα των ταφικών εθίμων δεν παρατηρείται ουσιαστική μεταβολή από την
προηγούμενη περίοδο. Ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία των νεκροπόλεων της
Παλαιοανακτορικής περιόδου συνδέεται με την εξάπλωση της λατρείας των νεκρών.
Δίπλα στους μεγάλους κυκλικούς τάφους προσαρτώνται μικρά λατρευτικά κτίσματα
ή μερικές φορές, ανεξάρτητα οικοδομήματα για την απόθεση κτερισμάτων.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου